Aρχική

ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ, ΑΥΤΟ ΘΑ ΣΟΥ ΜΕΤΡΗΘΕΙ, ΚΑΛΟΤΥΧΕ!

Εκτύπωση

Αυτό που έκανες στον Κύριο την φριχτή εκείνη ημέρα της τραγικής και κοπιαστικής ανάβασης προς τον Γολγοθά, να είσαι σίγουρος καλότυχε, ότι έτσι δεν πέρασε, δεν θα περάσει. Την τρομερή ημέρα της Κρίσεως θα σου μετρηθεί, υπέρ σου θα κλίνει, γιατί όχι, αυτό και μόνο αυτό να σε σώσει !!!
Δειλά, φοβισμένα, διστακτικά από μακρυά στην αρχή, ύστερα πιο ξεθαρρετά κινιόσουν ακολουθώντας τον Κύριο, τον τόσο αγαπημένο, τον τόσο επευφημισμένο, τον δοξασμένο μέχρι χτες από το πλήθος. Μα σήμερα διωκόμενο, κατακρινόμενο, βάναυσα ραπιζόμενο, μισούμενο απ’το ίδιο σχεδόν πλήθος !
Ακολουθούσες σιωπηλά, διστακτικά, φοβισμένα στην αρχή, με την ψυχή σου όμως να σκέφτεται για τον Κύριο συμπονετικά. Εσύ τον αγαπούσες, δεν τον μισούσες, τον θαύμαζες, δεν τον απεχθανόσουν, πίστευες σ’αυτόν και κανείς δεν θα μπορούσε την εικόνα του την καλή να σου αλλάξει. Μα ταυτοχρόνως και φοβόσουν, έτρεμες για την ζωή σου’ τόσο μίσος γύρω σου για τον Κύριο, τόσο κακία, τόσο εναντίωση, τί να μπορούσες αντίθετο να πεις ο έρμος, τί να μπορούσες να αντιπείς.
Η καρδιά σου έπαλλε ως τρελή, να σπάσει νόμιζες πήγαινε. Αναμεσώ βρισκόταν αυτών που ήθελες -να βοηθήσεις τον Κύριο- και’κείνων που φοβόσουν -μην χάσεις την ζωή σου. Κι είχε παγιδευτεί και χτυπιόταν ασταμάτητα. Αχ, τί να έκανες, αχ, κάτι για τον Κύριο τον αγαπημένο σου, τον μέχρι χτες απ’όλους λατρεμένο, τον σήμερα σχεδόν απ’όλους βάναυσα καταδιωγμένο. Αχ, κάτι να’κανες για τον αγαπημένο σου Κύριο, εσύ ο μικρός κι ο άγνωστος, εσύ ο ανίσχυρος, ο τιποτένιος, ο ελεϊνος.
Και προχωρούσες μέσα στο πλήθος, ακολουθώντας ως χαμένος, πελαγωμένος μέσα στο πέλαγος αυτό το φουσκωμένο και ανήσυχο. Γύρω οργισμένοι, γύρω αφρισμένοι, κόσμος ως σε παράνοια ασυγκράτητος βρίζοντας, αναθεματίζοντας και καταρώμενος, αλλοίμονο ποιον;
Και’κει μέσα στην τρέλα και την παράνοια, τον πυρετό τόσων αχάριστων ω, να, σαν να σε ξύπνησε κάτι σε έσπρωξε, θάρρος σου έδωσε, ψυχή κι ορμή. Φτερά στα πόδια σου, φτάνει ο φόβος σου, σήμερα κρίνεται του Κυρίου σου του αγαπημένου η ζωή, το λοιπόν τί αξίζει, τί μπορεί να αξίζει η δική σου ζωή.
Το πλήθος πέρασες και το προσπέρασες, κοντά πλησίασες’κει στον Διδάσκαλο σε μια στιγμή! Κοντά του ας στέκονταν τουλάχιστον σκέφτηκες, άνθρωποι που όχι, δεν τον εχθρεύονταν, δεν τον διώκανε, δεν τον μισούσαν, δεν τον χτυπούσαν. Στον δύσκολο δρόμο αυτό, άνθρωποι να τον συνόδευαν που και κρυφά έστω θα τον συμπόναγαν, θα αγαπούσαν.
Βαρύς κι ασήκωτος σκέφτηκες ήτανε πέρα όλων των άλλων κι εκείνος ο αποτρόπαιος σταυρός που έμμελε να τον δεχθεί. Πως ω, εσύ Κύριε τόσο σε κούραση, τόσο σε εξάντληση, αδυναμία και αϋπνία κι όλα ενάντια μπορείς και δύνασαι και τον σηκώνεις σταυρό ασήκωτο, σταυρό τεράστιο, βαρύ σταυρό; Και’γω ο τίποτα, ο πλέον μικρότατος, δειλός, ελεϊνός κάτι, ένα ελάχιστο, μικρή βοήθεια σε’σε δεν δύναμαι να συγκεντρώσω και να σου δώσω. Έτσι σκεφτόσουνα κι όλο ξεθάρευες κι όλο κινιόσουν, κοντά πλησίαζες, δίπλα στον Κύριο βήμα σου έφθασες, σώμα σου έφερες, μα περισσότερο φτωχή σου ψυχή.
Ανάσα δύσκολη, το αγκομάχημα και η προσπάθεια υπερβολής αλλά κι ο ιδρώτας και το γονάτισμα από τον Κύριο όλα σε κλόνιζαν, σε ανατάραζαν, βαθιά σε πλήγωναν και σε ξεσκίζανε ! Ω, ‘σένα Κύριε που τόσα έδωσες, τόσας μας πρόσφερες και αμοισθή, τώρα που πρέπει σου, μία βοήθεια δεν το δυνάμεθα, δύσκολο είναι’μας να σου την δώσουμε έστω μικρή !
Έτσι σκεφτόσουνα, βασανιζόσουνα και να εκεί σε μια στροφή, Κύριος γονάτισε, πάλι εκάμφθηκε το δέντρο το άκαμπτο, η αστραπή! Καρδιά σου χτύπησε γοργά, ω Κύριε, να βοηθήσω θα σου ζητήσω. Κι ο Κύριος γύρισε ω ναι, και κοίταξε προς’σε σκουπίδι με’κείνο το ήρεμο, το γλυκεμένο, γαλήνιο πρόσωπο, ειρηνικό, που ούτε η εξάντληση, ούτε οι πόνοι σωματικοί και ψυχικοί καθόλου μπόρεσαν να το αλλάξουνε, να το χαλάσουνε, να το πειράξουνε οι άσχημοι !
Για δευτερόλεπτα μα ένας αιώνας, ο Κύριος κοίταξε και συμφωνία για σε “χρυσή” έγινε αυτόματα, ρωμαίος στρατιώτης τυχαία νομίζοντας, εσένα άρπαξε και σε αγκάρεψε σταυρό ασήκωτο να τον σηκώσεις, τον λατρεμένο σου και σε εξάντληση άγιο Διδάσκαλο για λίγο καλότυχε, να ξαλαφρώσεις.
Αυτό ήταν, αυτό είναι, έτσι πάντα: αν κάτι πολύ ποθήσεις θα τ’αποκτήσεις. Ο Κύριος σου δεν σε ξανακοίταξε, μα δεν πειράζει, μορφή σου γράφτηκε και ανεξίτηλα μες το Βιβλίο που ονομάζεται το της Ζωής!
Συγκινημένπς, καθόλου κουρασμένος, μα ευτυχισμένος που έστω κι έτσι τον Κύριο σου βοηθούσες προς τον Γολγοθά κινήθηκες. Δεν άκουγες το πλήθος, δεν ένιωθες το “ξίφος”, τις άδικες ριπές. Βάδιζες δίπλα δίπλα μαζί με τον Χριστό, μαζί με τον καλό σου, γλυκό Διδάσκαλο σου, μαζί με τον Θεό !!!
Μακάριε να ξέρεις πολύ σε μακαρίζω και’σε καλοτυχίζω. Να ξέρεις πως την’μέρα της Κρίσεως θα έχεις πολύτιμη να παίρνεις, μεγάλη αμοιβή για εκείνο που εσκέφθεις, για εκείνο που επορεύθεις, που θέλησες πολύ και κράτησες μαζί, μαζί με τον Χριστό μας σταυρό, βάρος, φορτιό ασήκωτο, φριχτό.

ΓΡΑΦΕΙ: Χ.Μ.
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.