
Όταν ένας γονιός καλείται να χωρέσει δύο ρόλους: η πρόκληση της
μονογονεϊκότητας (γράφει ο Ψυχολόγος - Σύμβουλος Γάμου Γιάννης Ξηντάρας).
Υπάρχουν γονείς που μεγαλώνουν τα παιδιά τους έχοντας δίπλα τους έναν σύντροφο, με τον οποίο μοιράζονται –άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο– τις ευθύνες, τις αγωνίες και τις αποφάσεις της καθημερινότητας.
Υπάρχουν όμως και γονείς που καλούνται να τα σηκώσουν όλα μόνοι τους... Να είναι εκεί όταν το παιδί αρρωσταίνει, όταν φοβάται, όταν χρειάζεται βοήθεια στα μαθήματα, όταν πρέπει να μπουν όρια, όταν χρειάζεται μια αγκαλιά. Να φροντίζουν το σπίτι, να εργάζονται, να ανησυχούν για τα οικονομικά, να παίρνουν μόνοι όλες τις αποφάσεις και, μέσα σε όλα αυτά, να προσπαθούν να είναι συναισθηματικά διαθέσιμοι. Η μονογονεϊκότητα δεν είναι απλώς μια διαφορετική μορφή οικογένειας. Είναι μια καθημερινότητα με αυξημένες απαιτήσεις και πολλές φορές με ελάχιστο χώρο για ανάσα.
Αυτό που κουράζει περισσότερο δεν είναι πάντα ο όγκος των υποχρεώσεων. Είναι το ότι δεν υπάρχει κάποιος να μοιραστείς το βάρος. Να γυρίσεις το βράδυ και να πεις «σήμερα δυσκολεύτηκα». Να ζητήσεις βοήθεια χωρίς να αισθανθείς ότι αφήνεις ένα κενό πίσω σου... Και όσο περνά ο καιρός, πολλοί γονείς αρχίζουν να πιστεύουν ότι δεν έχουν το δικαίωμα να κουραστούν. Σαν να πρέπει να είναι διαρκώς δυνατοί, γιατί δεν υπάρχει κανείς άλλος να καλύψει το κενό. Είναι μια σκέψη που μοιάζει λογική, αλλά κρύβει μια μεγάλη παγίδα, γιατί κανείς δεν μπορεί να προσφέρει σταθερά φροντίδα, αν ο ίδιος έχει εξαντληθεί.
Στην ψυχοθεραπεία συναντάμε συχνά μονογονείς που αισθάνονται ενοχές κάθε φορά που χρειάζονται λίγο χρόνο για τον εαυτό τους. Αν βγουν έναν καφέ, νιώθουν ότι στερούν χρόνο από το παιδί τους. Αν ζητήσουν βοήθεια από τους παππούδες ή από έναν φίλο, αισθάνονται ότι δεν τα καταφέρνουν αρκετά καλά. Αν κάποια στιγμή λυγίσουν, φοβούνται μήπως αυτό σημαίνει ότι απέτυχαν ως γονείς.
Στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ένας γονιός που αναγνωρίζει τα όριά του και φροντίζει τον εαυτό του δεν είναι λιγότερο υπεύθυνος, είναι περισσότερο διαθέσιμος για το παιδί του.
Υπάρχει όμως και μια ακόμη πρόκληση που συχνά δεν συζητιέται αρκετά. Πολλοί μονογονείς αισθάνονται ότι πρέπει να καλύψουν και τον ρόλο του απόντος γονέα. Προσπαθούν να είναι ταυτόχρονα αυστηροί και τρυφεροί, σταθεροί και διασκεδαστικοί, να μην αφήσουν καμία έλλειψη να φανεί.
Είναι μια προσπάθεια που, όσο καλοπροαίρετη κι αν είναι, μπορεί να γίνει εξαντλητική. Γιατί κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει δύο άνθρωποι. Και, τελικά, ούτε το παιδί το χρειάζεται αυτό.
Τα παιδιά δεν μεγαλώνουν υγιώς επειδή ο γονιός τους είναι τέλειος ή επειδή καλύπτει κάθε πιθανή ανάγκη. Μεγαλώνουν όταν νιώθουν ότι υπάρχει ένας άνθρωπος που τα αγαπά σταθερά, τα ακούει, τους βάζει όρια και παραμένει συναισθηματικά διαθέσιμος, ακόμη κι αν κάποιες φορές κουράζεται ή κάνει λάθη.
Αυτό που έχει ανάγκη ένα παιδί δεν είναι ένας υπερήρωας. Είναι ένας αληθινός άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που μπορεί να πει «σήμερα ήταν μια δύσκολη μέρα», χωρίς να χάνει την αξιοπιστία του ως γονιός. Που δεν φοβάται να ζητήσει βοήθεια όταν τη χρειάζεται και που δείχνει στο παιδί του, μέσα από το δικό του παράδειγμα, ότι η δύναμη δεν βρίσκεται στο να τα αντέχουμε όλα μόνοι μας.
Βρίσκεται στο να ξέρουμε πότε χρειάζεται να στηριχτούμε κι εμείς κάπου.
Ίσως αυτό να είναι και το σημαντικότερο μήνυμα για κάθε μονογονέα. Δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι μπορεί να κάνει τα πάντα μόνος του. Δεν είναι αυτό που θα θυμάται το παιδί του όταν μεγαλώσει. Πιθανότερο είναι να θυμάται ότι, ακόμη και στις δύσκολες περιόδους, υπήρχε ένας άνθρωπος που το αγαπούσε σταθερά, που ήταν εκεί, που πάλευε καθημερινά για εκείνο και που, παρά την κούραση και τις δυσκολίες, δεν έπαψε ποτέ να του δίνει το πιο σημαντικό δώρο: την αίσθηση ότι δεν ήταν μόνο του.
Γιατί τελικά, αυτό που μεγαλώνει ένα παιδί δεν είναι το πλήθος των ανθρώπων γύρω του. Είναι η ποιότητα της σχέσης που μπορεί να χτίσει με εκείνον που βρίσκεται δίπλα του κάθε μέρα.
Γράφει ο Ψυχολόγος-Οικογενειακός Σύμβουλος Γιάννης Ξηντάρας