Το ευαγγέλιο της Κυριακής της Ορθοδοξίας (ερμηνεία - μηνύματα σήμερα).
Η Εκκλησία, εορτάζοντας σήμερα την Κυριακή της Ορθοδοξίας, δεν επιβεβαιώνει μια αυτάρεσκη βεβαιότητα ούτε υψώνει τρόπαια ιδεολογικής νίκης.
Μάλλον στέκεται μέσα σε μια παράδοξη μνήμη, όπου η αλήθεια δεν νοείται ως κατοχή αλλά ως διαρκές γεγονός σχέσης.
Η ημέρα αυτή δεν κλείνει λογαριασμούς με το παρελθόν, αλλά ανοίγει εκ νέου το ερώτημα της θέασης: πώς βλέπεται ο Θεός μέσα στην ιστορία και πώς ο άνθρωπος μαθαίνει να βλέπει χωρίς να ιδιοποιείται.
Στον σημερινό κόσμο της υπερπληροφόρησης, της διαρκούς εικόνας και της εσωτερικής εξάντλησης, η Κυριακή της Ορθοδοξίας λειτουργεί σχεδόν ανατρεπτικά. Υπενθυμίζει ότι η αλήθεια δεν είναι προϊόν συσσώρευσης δεδομένων αλλά εμπειρία σχέσης, ένα άνοιγμα του βλέμματος που μεταμορφώνει την ύπαρξη. Ο σύγχρονος άνθρωπος βλέπει αμέτρητες εικόνες, όμως δυσκολεύεται να δει πραγματικά. Ακούει αδιάκοπα φωνές, όμως σπάνια αναγνωρίζει μια κλήση που απευθύνεται προσωπικά σε αυτόν.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ακούγεται η πρώτη αποφασιστική λέξη της ευαγγελικής περικοπής: «ακολούθει μοι». Δεν είναι μια ηθική υπόδειξη ούτε πρόσκληση σε ιδεολογική ένταξη. Είναι η απαρχή μιας σχέσης που προηγείται της κατανόησης.
Σήμερα θα μπορούσαμε να την φανταστούμε αυτή τη σκηνή ως εκείνη τη λεπτή στιγμή όπου, μέσα στον θόρυβο της καθημερινότητας, κάτι σπάει την αυτάρκεια του ανθρώπου: μια απρόσμενη συνάντηση, ένα βλέμμα, μια σιωπή που δεν αντέχεται, μια εσωτερική ρωγμή που αποκαλύπτει ότι η ζωή δεν εξαντλείται σε όσα ήδη γνωρίζουμε.
Η κλήση του Χριστού δεν επιβάλλεται εξωτερικά. Εμφανίζεται σαν άνοιγμα πόρτας που μέχρι τότε δεν βλέπαμε, σαν πρόσκληση να βγούμε από τον κλειστό κύκλο του εαυτού.
Στην ιωάννεια θεολογία ο άνθρωπος δεν κατανοεί πρώτα για να ακολουθήσει. Ακολουθεί για να κατανοήσει.
Έτσι, η Ορθοδοξία δεν είναι στατικός χώρος ορθών διατυπώσεων αλλά πορεία, ένα ρήμα σε κίνηση.
Η δεύτερη φράση, «έρχου και ίδε», εκφέρεται από τον Φίλιππο και αποκαλύπτει ότι η πίστη μεταδίδεται εκκλησιαστικά, όχι ως σύστημα επιχειρημάτων αλλά ως εμπειρική πρόσκληση. Σήμερα αυτή η φράση ακούγεται σχεδόν αντισυμβατική, γιατί η εποχή ζητά άμεσες απαντήσεις, βεβαιότητες, αποδείξεις. Κι όμως, η Εκκλησία δεν λέει «κατανόησε και μετά πίστεψε», αλλά «έλα και δες». Το ίδιο συμβαίνει όταν κάποιος περνά τυχαία το κατώφλι ενός ναού, όταν στέκεται μπροστά σε μια εικόνα χωρίς να ξέρει γιατί, όταν μια λειτουργική στιγμή τον αγγίζει χωρίς να μπορεί να την εξηγήσει. Η υπεράσπιση των ιερών εικόνων στην ιστορία της Εκκλησίας δεν υπήρξε αισθητική εμμονή αλλά ομολογία ότι ο Θεός έγινε ορατός.
Το «ίδε» του Ευαγγελίου συναντά το «εικών» της εκκλησιαστικής εμπειρίας. Η πίστη είναι μάθηση ενός νέου τρόπου θέασης, όπου η εικόνα δεν εγκλωβίζει αλλά ανοίγει τον άνθρωπο σε σχέση.
Ο Ναθαναήλ, με την ερώτηση «εκ Ναζαρέτ δύναται τι αγαθόν είναι;», εκφράζει την κρίση του σύγχρονου ανθρώπου που δυσπιστεί απέναντι στο απλό, στο ταπεινό, στο καθημερινό.
Και σήμερα ο άνθρωπος αναζητά το εντυπωσιακό, το εξαιρετικό, το άμεσο αποτέλεσμα. Δυσκολεύεται να πιστέψει ότι το θείο μπορεί να εμφανιστεί μέσα στη συνηθισμένη ζωή, στις μικρές πράξεις αγάπης, στη σιωπηλή αντοχή, στην αφανή προσευχή.
Η απάντηση του Φιλίππου δεν είναι επιχείρημα αλλά πρόσκληση σε εμπειρία.
Η αλήθεια δεν επιβάλλεται, δεν διαφημίζεται, δεν κερδίζει μέσω θορύβου.
Αποκαλύπτεται σε όποιον τολμά να πλησιάσει.
Αναδύεται μια βαθιά ανθρωπολογική διάσταση: η πίστη δεν γεννιέται από την εξάλειψη της αμφιβολίας αλλά από την τόλμη να τη διασχίσει κανείς.
Όταν ο Χριστός λέει «πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε», αποκαλύπτεται η προτεραιότητα του θείου βλέμματος.
Στη σύγχρονη εμπειρία, όπου ο άνθρωπος αισθάνεται συχνά αόρατος μέσα σε πλήθη και ψηφιακές ταυτότητες, η φράση αυτή αποκτά συγκλονιστική επικαιρότητα.
ο άνθρωπος αναζητά αναγνώριση, αλλά φοβάται ταυτόχρονα να γίνει πραγματικά γνωστός.
Ο Χριστός, όμως, δεν παραδίδεται. Βλέπει χωρίς να καταδικάζει, γνωρίζει χωρίς να ακρωτηριάζει την ελευθερία. Η ομολογία του Ναθαναήλ «σύ είσαι ο Υιός του Θεού» γεννιέται από αυτή την εμπειρία ότι κάποιος τον γνωρίζει πριν ακόμη εκείνος μιλήσει.
Εδώ λοιπόν εδράζεται και η θεολογία της εικόνας: ο Θεός γίνεται ορατός επειδή πρώτος Αυτός βλέπει τον άνθρωπο και τον καλεί σε σχέση.
Η υπόθεση «ύψωσε τον ουρανό ανέγνωτα» μετατοπίζει την αφήγηση από την προσωπική εμπειρία στο εκκλησιαστικό γεγονός.
Σήμερα, που ο ουρανός μοιάζει συχνά κλειστός πίσω από τον πραγματισμό και την κόπωση της καθημερινότητας, η υπόθεση αυτή ακούγεται ως πρόσκληση να ξαναβρούμε την ικανότητα να βλέπουμε ένα άνοιγμα μέσα στο κλειστό.
Ο Χριστός παρουσιάζεται ως ο τόπος όπου συναντώνται ουρανός και γη, και η Εκκλησία, υπερπροσωποποίηση της εικόνας, υπερπροσωποίσε ακριβώς αυτή τη δυνατότητα: ότι η ύλη, η ιστορία, το σώμα, η καθημερινότητα μπορούν να γίνουν τόπος κοινωνίας με τον Θεό.
Η εικόνα δεν φυλάσσει μυστήριο. Το καθιστά προσπέλασιμο, όπως ακριβώς η ανθρώπινη ζωή του Χριστού καθιστά ορατή την αγάπη του Θεού.
Και εδώ βρίσκεται η πιο σύγχρονη, αλλά και πιο απαιτητική διάσταση της γιορτής. Το «ακούλουθει μου» και το «έρχου και ίδε» δεν ανήκουν σε ένα παρελθόν. Είναι σημεία και αναφορές μέσα στις πιο απλές στιγμές του παρόντος: όταν κάποιος επιδιώκει τη συγχώρηση αντί της σωληροφροσύνης, όταν ανοίγει χώρο για τον άλλο, όταν αφαιρεί την αυταρέκεια και ριζοσπαστεί σχέση.
Ο Χριστός δεν ανοίγει σήμερα την πόρτα με τρόπο θεαματικό. Να το ξέρετε.
Την ανοίγει μέσα από τις ρωγμές της ζωής, μέσα από την ανάγκη νοήματος, μέσα από την αίσθηση ότι ο άνθρωπος είναι πλάσμένος για κάτι περισσότερο από την κατανάλωση και την επιβίωση.
Η Ορθοδοξία, λοιπόν, δεν είναι κλειστό σύστημα βεβαιώσεων αλλά διαρκής μαθητεία, μια άναρχη, με την πνευματική έννοια, πορεία ελευθερίας όπου ο
άνθρωπος καλείται να δει τον κόσμο ξανά, σαν να ανοίγει μπροστά του ο ουρανός.
Μόνο με αυτόν τον τρόπο η Κυριακή της Ορθοδοξίας παύει να είναι απλώς ανάμνηση θριάμβου και γίνεται πρόσκληση να ακούσουμε, εδώ και τώρα, τη φωνή που ψιθυρίζει: «άκουσέ με».
του Μάνου Λαμπράκη


















